ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ
INDUSTRIAL REMNANTS
ΑΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ + ΑΣΤΙΚΟ ΠΡΕΣΙΝΟ / URBAN SPACE + URBAN GREEN SPACE Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ / THE POWER OF WATER ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ / ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑ
BIODIVERSITY / INTERCULTURALISM ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ / INDUSTRIAL REMNANTS ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ / TRANSPORTATIONS ΤΟΠΙΟ / LANDSCAPE    
   
 
 
   
 
 
 
 
 
 
 
   
 
 
 
 
 
 
   
 
 
  
 
BACK PRINT SEND TO A FRIEND [-]Α[+]
Οι Σιωπηλές Μηχανές του Θανάση Ρεντζή,
μια ελεγεία για τα βιομηχανικά σπαράγματα και τοπία
Κωνσταντίνος Χατζηφραγκιός-Μακρυδάκης, τοπογράφος μηχανικός

Η ταινία Σιωπηλές Μηχανές του φιλόσοφου-κινηματογραφιστή Θανάση Ρεντζή, που προβλήθηκε στο 40ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (2000) είναι ένας στοχασμός πάνω στο χρόνο, που αφορά στη μνήμη των βιομηχανικών τόπων, ως αντικειμένου της ιστορίας για το οποίο η γνώση επέρχεται ως σωτηρία. Πρόκειται για μια ταινία τεκμηρίωσης με στοιχεία μυθοπλασίας, ένα είδος περιπλάνησης και προσέγγισης της αίσθησης του «συγκεκριμένου» της βιομηχανικής κληρονομιάς· όχι όμως σαν πρόσχημα μιας απεγνωσμένης συσσώρευσης εικόνων, ούτε και ως ψευδαίσθηση της κατάκτησης, αλλά σαν αναζήτηση του νήματος κι επανεύρεση του νοήματος. Μια αφήγηση για τα βιομηχανικά συγκροτήματα, που ξεχάσαμε ότι τα χτίσαμε και τα λειτουργήσαμε και τα οποία εν πολλοίς αγνοούμε ακόμα και οι ειδήμονες1.

Σύμφωνα με τον δημιουργό, οι μηχανές χαρακτηρίζονται ως «σιωπηλές» γιατί δεν απεσύρθησαν φυσιολογικά, δεν χάλασαν, δεν πέθαναν, αλλά έπαυσαν να τις λειτουργούν. Η ταινία, που είναι μια ελεγεία σ’ αυτή την παύση –όπως η αργή κίνηση της κάμερας και η πένθιμη μουσική διακριτικά υποδηλούν– δεν αφορά απλώς στο πένθος της απραξίας, αλλά και στο θρήνο της παραδοχής της. Είναι σύμφωνα με τον δημιουργό «ένα λυρικό εγκώμιο στη σκουριά και ένα μνημειογράφημα του τεχνικού πολιτισμού και του Homo Industrialis». Πρόκειται για μια χωρο-χρονο-γραφική εξεικόνιση των εναπομεινάντων βιομηχανικών τοπίων και σπαραγμάτων της χώρας μας που εστιάζει στην αποκατάσταση και τη μέριμνα, στην «επαύριο των σιωπηλών μηχανών, των σιωπηλών από καιρό μηχανών, που περιμένουν τη φωτεινή τους ανάσταση σαν θησαυρός που αποκαλύφθηκε από τύχη και πρόνοια αγαθή».

Όλα ξεκίνησαν από μια εμπνευσμένη πρωτοβουλία του Ε.Μ.Π. (Τομέας Πολεοδομίας) προκειμένου να πραγματωθεί ένα πρόγραμμα καταγραφής και αποτίμησης του ιστορικού βιομηχανικού εξοπλισμού της Ελλάδος και συνάμα να υπάρξει μια εποπτική εικόνα ενός άγνωστου μέχρι σήμερα κόσμου μνημείων και σημασιών. Σ’ αυτό το πρόγραμμα οφείλει την ύπαρξή της και η ταινία Σιωπηλές Μηχανές. Όπως αναλογίζεται ο αφηγητής-ερευνητής των βιομηχανικών υπολειμμάτων: «άγγιξα τα χνάρια του μόχθου, της επινοητικότητας και της μαστοριάς, σε τόπους και χρόνους αλλοτινούς» αναζητώντας την προέλευση των πραγμάτων, καθώς «ο καιρός, ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω, μόνο η μνήμη πετάει, τρέχει στο χρόνο και συναντά τα ίχνη της προέλευσης και της διαδρομής» έτσι κι εμείς αναστοχαζόμαστε μαζί του την απώλεια των πραγμάτων και το ορθοπόδισμα της θύμησης. Η λήθη γίνεται μνήμη και αναπόληση, αλλά προς τι;

Στην εποχή του κατακλυσμού της εικόνας όμως, εάν κάτι δεν απεικονίζεται, είναι σαν να μην υπάρχει. Η κινηματογράφηση των βιομηχανικών τόπων βασίζεται στην εμπειρία που βιώνει ο περιηγητής κατά τη διέλευσή του, διασώζοντας στη μνήμη, μιαν οριστικά πλέον χαμένη στο ιστορικό χρόνο ανθρωπο-βιομηχανική δραστηριότητα. Η camera κινείται αβίαστα, ήρεμα, αργά, καθώς ο περιηγητής των βιομηχανικών τοπίων χρειάζεται ζωτικό χρόνο για να αποθησαυρίσει τις χαμένες στιγμές τους, ν’ αποκαταστήσει τη θύμησή τους. Στιγμές που ξεπροβάλλουν από ερειπωμένα κτίσματα κι ερημωμένους χώρους, σαν ρωγμές στο χρόνο, που φέρνουν σ’ επαφή το παρελθόν με το παρόν, μέσα απ’ την αέναη διάρκεια.

Ο δημιουργός περιδιαβαίνει νεκρωμένους χώρους και ιχνηλατεί τα σημάδια των «βιομηχανικών μνημείων», ξεκινώντας απ’ τ’ απομεινάρια της αρχαίας σκουριάς· αίθρια μνημοσύνης μέσα στις στοές των μεταλλείων του Λαυρίου –το μεγαλύτερο εργοτάξιο της αρχαιότητας, όπου απασχολούνταν 12.000 εργάτες στα χρόνια του Περικλή, κυρίως δούλοι– και φθάνοντας μέχρι τη βιομηχανική εποχή και την επαναλειτουργία τους (για τέσσερις γενιές) στα τέλη του 19ου αιώνα. «Η βιομηχανία ήταν πάντα στην Ελλάδα ιδιαίτερως αφανής, όπως πιστοποιούν οι εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις της, ένα εκτεταμένο δίκτυο από ημιδιαμορφωμένους χώρους και συγκροτήματα κτηρίων υποδειγματικής βιομηχανικής αρχιτεκτονικής. Μια βιομηχανική δραστηριότητα, που αναπτύχθηκε σε όλα τα πεδία της παραδοσιακής βιομηχανίας από τη μεταλλουργία, την υφαντουργία, τη βυρσοδεψία, τη σαπωνοποιία και τη ναυπηγική, έως την πιο σύγχρονη δισκογραφία και τον κινηματογράφο», και η οποία υποβάλλει ακόμα και σήμερα τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα στο τοπίο συνιστώντας τη φυσιογνωμία του, τον μύθο και την ιστορία του. Ενδεικτικά ο φακός εστιάζει στην ανάπτυξη της ναυπηγικής στη Σύρο, της κλωστοϋφαντουργίας στη Θεσσαλονίκη, της μεταξοϋφαντουργίας στη Γουμένισσα, της κανναβουργίας στην Έδεσσα, της ελαιουργίας, σαπωνοποιίας και ποτοποιίας στη Λέσβο, της βυρσοδεψίας και πλινθοκεραμοποιίας στο Βόλο, της κεραμοποιίας στον Πειραιά, της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στο Νέο Φάληρο και της τσιμεντοβιομηχανίας στην Ελευσίνα.

Πρόκειται για μιαν αναζήτηση στο παρελθόν των πηγών του παρόντος. Ο βίος και η μηχανή σε συναρμογή ακολουθούν την ανθρώπινη μοίρα, παράγοντας τελικά μνημεία εργασίας. Ένα ολόκληρο κοινωνικό πλέγμα με κέντρο τη βιομηχανική μονάδα, το εργοστάσιο, αποσυντίθεται μαζί μ’ ένα πλήθος από εμπειρίες που αναδιπλώνονται, ενώ η μνήμη αντικαθιστά την πραγματικότητα και το αίσθημα της απώλειας οδηγεί βαθμιαία σε μια νέα ευαισθητοποίηση για την αναπλήρωση και τη διάσωση του παρελθόντος.

«Η εκτεταμένη αναδιάρθρωση της παραγωγής άφησε πίσω της σχέσεις εργασίας, τρόπους ζωής και μεθόδους παραγωγής». Ομολογία που συνίσταται στη συνειδητοποίηση των μετασχηματισμών που σωρεύτηκαν και στον εντοπισμό των συνεπειών που επήλθαν. Κάποτε τα βήματα της προόδου σημαίνονταν από το πλήθος των καμινάδων, αλλά εδώ και κάμποσα χρόνια οι καμινάδες δίχως καπνό δηλούν αργούσες βιομηχανίες. Πέρα από την εκτεταμένη ανεργία, απέμειναν ερειπωμένα κτήρια, εγκαταστάσεις και μηχανήματα. Είναι τα σημεία αναφοράς της βιομηχανικής μας ιστορίας, μνημεία που φέρουν τα σημάδια του χρόνου, καθώς αποκαλύπτονται από τον περιηγητή και καταγράφονται από τον κινηματογραφικό φακό. Χώροι ερειπωμένοι, πέτρινα ή τσιμεντένια κουφάρια και σκουριές, που αποζητούν τη φροντίδα μας, σε μια διεργασία συνειδητοποίησης του εαυτού μας ως συντελεστή και μετόχου του τεχνικού πολιτισμού. Πρόκειται για μοναδικά στο είδος τους μνημεία ανθρώπινης δραστηριότητας, που δημιουργήθηκαν από την επιθυμία του πλούτου, αλλά και μνημεία εργασίας, πόνου και μόχθου, προς θεραπείαν της ανάγκης. Η εικονοπλασία τους ανασυστήνει τη ζωή τους σε αφήγηση. Η βιομηχανική αρχαιολογία αναζητά τη βιομηχανική μας κληρονομιά:

  • στην έρευνα, καταγραφή και ιστόρηση περασμένων τεχνικών και μεθόδων παραγωγής
  • στην προστασία και στη συντήρηση κτηρίων και μηχανών
  • στην εξεύρεση νέων χρήσεων ή την μουσειοποίησή τους
  • στην ανασύσταση της ανθρώπινης περιπέτειας που λειτούργησε τις μηχανές.


Στο κατώφλι του 21ου αιώνα η πολιτιστική μας κληρονομιά ευρύνεται, καθώς η εικόνα του τεχνικού πολιτισμού αναφαίνεται κι αποκαλύπτεται. Οι Σιωπηλές Μηχανές «επαναλειτουργούν» για την έκφανση μιας νέας ευαισθησίας, μιας νέας οπτικής στη σχέση ανθρώπου-μηχανής, ενός άλλου βλέμματος στα βιομηχανικά κατάλοιπα. Όπως σημειώνει ο δημιουργός: «ένας απαξιωμένος κόσμος σώζεται πρώτα στη συνείδηση και μετά στον τόπο που κείτεται αδρανής μα πλέον θελκτικός», καθώς «αν δεν είσαι αντάξιος του παρελθόντος σου, δεν είσαι αντάξιος το υ μέλλοντος».

Η μνήμη όμως επανακτάται στις αποκαταστάσεις, στις εκτεταμένες αναπλάσεις του τεχνικού εξοπλισμού και της βιομηχανικής περιπέτειας. Τα αποτελέσματα μέχρι σήμερα είναι μάλλον αντιφατικά. Στη Θεσσαλονίκη δημιουργήθηκε το κρατικό μουσείο κινηματογράφου και στο Πλωμάρι της Λέσβου το μουσείο ποτοποιίας Βαρβαγιάννη, ενώ η «επανάχρηση» τεσσάρων βιομηχανικών μονάδων με τη δημιουργία ισάριθμων πολιτιστικών κέντρων με μουσειακό τμήμα στο νησί απέσπασε ευρωπαϊκό βραβείο πολιτιστικής κληρονομιάς (EUROPA NOSTRA). Στην Αθήνα το εργοστάσιο του γκαζιού στην περιοχή του Κεραμεικού μεταμορφώθηκε σε πολιτισμικό-ψυχαγωγικό συγκρότημα, που θυμίζει όλο και λιγότερο αυτό που πράγματι ήταν, ενώ στο Λαύριο τα βιομηχανικά ερείπια μετατράπηκαν σε τεχνολογικό - πολιτιστικό πάρκο και μουσείο. Σύμφωνα με τον αφηγητή «κάτι άλλαξε βαθιά μέσα μας, κάτι σαν ανατροπή των πόλων της συνείδησης. Αυτό που ωθούνταν πάντα στη λησμονιά έρχεται να υπομνήσει όχι μόνο την ύπαρξή του, αλλά και ν’ αναδιατάξει ολόκληρο το αξιακό μας σύστημα. Το απωθημένο έρχεται στο προσκήνιο, η λήθη γίνεται μνήμη». Σε κάθε τόπο άλλωστε υπάρχει ένα βάθος πραγμάτων, το «αφανές» συμπληρωματικό, που ολοκληρώνει την ύπαρξη. Έτσι εκεί που οι πάντες έβρισκαν μόνο ασχήμια και κακομοιριά, ο Θανάσης Ρεντζής ανακάλυψε «βιομηχανικές» φαντασιώσεις, υποδόρια ένταση, δραματική ομορφιά, ενώ από τη σκληρότητα του τοπίου άντλησε «καθάριες» και δυνατές εικόνες. Δεν αποδίδει απλά και μόνο το ορατό, αλλά καθιστά ορατό κι ό,τι δεν είναι. Ο κινηματογραφικός φακός σαν τη σκαπάνη του αρχαιολόγου αποκαλύπτει σιγά σιγά τα αλλεπάλληλα «στρώματα καταστροφής», που επέφερε ο χρόνος σε συνδυασμό με τις ιστορικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και οικονομικές ανάγκες, μεταλλάσσοντας το τοπίο μιας περιοχής. Τα βιομηχανικά κατάλοιπα στιγματισμένα ως το «αρνητικό» του τοπίου, παραγκωνίστηκαν επί καιρώ σε «σκοτεινό θάλαμο» και τελικά «εμφανίζονται» μέσα από την κινηματογραφική οθόνη. Στην αναπαράστασή τους, η αρνητικότητα λογίζεται λιγότερο ως τέτοια και η βιομηχανική κληρονομιά έχει πλέον τη δυνατότητα να διεκδικήσει μια μείζονα επαναδιαπραγμάτευση της ταυτότητάς της, ως συντελεστής της ψυχής ενός τόπου.

Άλλωστε κάθε τόπος έχει τη δική του ψυχή, τον δικό του μύθο και χρέος δικό μας είναι να τον αφηγηθούμε
. Γιατί τελικά, όπως επισημαίνει ο Σταύρος Σταυρίδης «της αφηγηματικής τέχνης του κινηματογράφου η ύψιστη επέμβαση είναι ότι μας προκαλεί να συγκρίνουμε αυτά που βλέπουμε και ακούμε με όσα ζούμε, με όσα μας φέρνουν στο νου, με όσα θα θέλαμε, με όσα προσπαθήσαμε, αλλά και με όσα ποτέ δεν σκεφθήκαμε ή δεν νιώσαμε...» Πρόκειται ουσιαστικά για ένα κινηματογράφο ανθρωποκεντρικό, ικανό να διεκδικήσει μια αλλαγή στάσης απέναντι στον εαυτό μας και τα πάθη μας, που συνάμα θα κατατείνει, όλο και περισσότερο, στην αποκατάσταση των μνημείων εργασίας, αποκαλύπτοντας μας έτσι μιαν άλλη, πιο ενδόμυχη πτυχή του πολιτισμού.

konhatzi@mail.ntua.gr

* Το άρθρο στηρίχθηκε στη συζήτηση που αναπτύχθηκε μετά την προβολή της ταινίας στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος διεπιστημονικής/διακαλλιτεχνικής συνεργασίας & δημιουργικής αναζήτησης «Κινηματογεγραμμένες Πόλεις», παρουσία του σκηνοθέτη Θ. Ρεντζή

 

7/02/2010
BACK TOP OF THE PAGE